Μετάφραση του "ekspertti" σε Ελληνικά
Οι ειδήμων, ειδικός, έμπειρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ekspertti" σε Ελληνικά.
ekspertti
noun
γραμματική
-
ειδήμων
noun masculine -
ειδικός
noun masculineMinun täytyy työni puolesta olla ekspertti analysoimaan kaavoja.
Η δουλειά μου προϋποθέτει να είμαι ειδικός στο να αναλύω το μοτίβο.
-
έμπειρος
adjective masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δεξιοτέχνης
- εμπειρογνώμων
- εμπειροτέχνης
- επαγγελματίας
- επιτηδευματίας
- αυθεντία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ekspertti " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη