Μετάφραση του "ellipsi" σε Ελληνικά

Οι έλλειψη, αποσιωπητικά, Έλλειψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ellipsi" σε Ελληνικά.

ellipsi noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • έλλειψη

    noun feminine

    Valitse piste, jonka läpi uusi ellipsi kulkee

    Επιλέξτε ένα σημείο από το οποίο θα περνά η νέα έλλειψη

  • αποσιωπητικά

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ellipsi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ellipsi
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Έλλειψη

    Ellipsi, joka on muodostettu sen polttopisteiden ja kehällä olevan pisteen mukaan

    Μια έλλειψη με δοσμένες τις εστίες της και ένα σημείο της

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ellipsi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη