Μετάφραση του "empiminen" σε Ελληνικά

Οι δισταγμός, ενδοιασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "empiminen" σε Ελληνικά.

empiminen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δισταγμός

    noun masculine

    Tuo empiminen ei johtanut vain monen viattoman hengen menettämiseen. Se johti myös Kieranin sielun menettämiseen.

    Επειδή τον αγαπούσα, αυτός ο δισταγμός δεν οδήγησε μόνο στον χαμό πολλών αθώων ζωών, αλλά και στον χαμό της ψυχής του Κίρεν.

  • ενδοιασμός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " empiminen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "empiminen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη