Μετάφραση του "epilepsia" σε Ελληνικά
Οι επιληψία, Επιληψία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "epilepsia" σε Ελληνικά.
epilepsia
noun
γραμματική
-
επιληψία
noun feminineανθρώπινη ασθένεια [..]
Jos henkilöllä on epilepsia, perusteet myöntää ajokortti ilman ehtoja eivät täyty.
Εάν κάποιο άτομο έχει επιληψία, δεν πληρούνται τα κριτήρια για τη χορήγηση άδειας χωρίς όρους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " epilepsia " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Epilepsia
-
Επιληψία
Epilepsia: 10 vuotta kestänyt kohtauksettomuus on oltava saavutettu ilman epilepsialääkitystä.
Επιληψία: πρέπει να έχει παρέλθει χρονικό διάστημα δέκα ετών χωρίς άλλες κρίσεις και χωρίς τη βοήθεια αντιεπιληπτικών φαρμάκων.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη