Μετάφραση του "erakko" σε Ελληνικά
Οι ερημίτης, αναχωρητής, μονόχνωτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "erakko" σε Ελληνικά.
erakko
noun
γραμματική
-
ερημίτης
noun masculineIsä lähtee kotoa, ja hänestä tulee katkera erakko kuten ukista.
Ο μπαμπάς θα φύγει και θα γίνει ένας πικραμένος ερημίτης, όπως ο παππούς μου.
-
αναχωρητής
noun masculine -
μονόχνωτος
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " erakko " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Erakko
-
ερημίτης
NounErakko, jota kukaan ei huomaa...
ένας σιωπηλός ερημίτης που δεν γίνεται αντιληπτός απο κανέναν...
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη