Μετάφραση του "esivanhemmat" σε Ελληνικά

Οι γενεαλογία, πρόγονοι, προπάτορας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "esivanhemmat" σε Ελληνικά.

esivanhemmat noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γενεαλογία

    noun feminine

    Kuten muistatte, myöhemmin elämässään Ruut tapasi Boasin, ja he menivät naimisiin ja heistä tuli lenkki Jeesuksen Kristuksen esivanhempien ketjussa.

    Όπως θα θυμάστε, αργότερα στη ζωή της η Ρουθ γνώρισε τον Βοόζ, παντρεύτηκαν και απετέλεσαν έναν κρίκο στην αλυσίδα της γενεαλογίας του Ιησού Χριστού.

  • πρόγονοι

    noun

    On kirjoitettu, että kun nainen avioituu, hänen miehensä esivanhemmat omaksuvat varjelutehtävät.

    Γράφεται μόλις μια γυναίκα παντρευτεί, οι πρόγονοι του συζύγου της αναλαμβάνουν το έργο της προστασίας.

  • προπάτορας

    noun masculine
  • πρόγονος

    noun masculine

    On kirjoitettu, että kun nainen avioituu, hänen miehensä esivanhemmat omaksuvat varjelutehtävät.

    Γράφεται μόλις μια γυναίκα παντρευτεί, οι πρόγονοι του συζύγου της αναλαμβάνουν το έργο της προστασίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " esivanhemmat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "esivanhemmat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "esivanhemmat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη