Μετάφραση του "etu" σε Ελληνικά

Οι πλεονέκτημα, συμφέρον, ωφέλεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "etu" σε Ελληνικά.

etu noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλεονέκτημα

    noun neuter

    Tämän vertailukohdan perusteella komissio oli päätellyt, että tietylle yritysryhmälle oli annettu valikoivaa etua.

    Με βάση αυτό το μέτρο συγκρίσεως, η Επιτροπή είχε συναγάγει ότι συγκεκριμένη κατηγορία επιχειρήσεων είχε αποκτήσει επιλεκτικό πλεονέκτημα.

  • συμφέρον

    noun neuter

    Tarkastelen aluksi sitä, onko olemassa yleistä etua koskevia pakottavia syitä.

    Εκκινώ από τη συνδρομή επιτακτικών λόγων δημόσιου συμφέροντος.

  • ωφέλεια

    noun feminine

    Koska hän näki selvästi, että kyseessä oli enemmän kuin vain hänen oma turvallisuutensa tai etunsa.

    Επειδή έβλεπε καθαρά ότι περιλαμβάνονταν περισσότερα πράγματα από την προσωπική του ασφάλεια ή ωφέλεια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • όφελος
    • ενδιαφέρον
    • προνόμιο
    • κέρδος
    • καλό
    • προτέρημα
    • τόκος
    • ωφέλημα
    • αβαντάζ
    • εύνοια
    • μπροστινός
    • προσόν
    • σκοπιμότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " etu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "etu" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "etu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη