Μετάφραση του "etuoikeus" σε Ελληνικά
Οι προνόμιο, προτεραιότητα, δικαίωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "etuoikeus" σε Ελληνικά.
-
προνόμιο
noun neuterMikä etuoikeus ja ilo onkaan olla mukana tässä ihanassa tyttöjen ja naisten kokouksessa.
Τι προνόμιο και χαρά να είμαι μέρος αυτής της θαυμάσιας συνάθροισης κοριτσιών και γυναικών.
-
προτεραιότητα
noun feminineNäin ollen se katsoo, että sillä on etuoikeus ja yksinoikeus rekisteröintiasioissa.
Ως εκ τούτου, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι έχει προτεραιότητα και αποκλειστικότητα για την καταχώριση του εν λόγω σήματος.
-
δικαίωμα
nounTämä on epäilemättä näiden valtioiden etuoikeus, kuten muidenkin jäsenvaltioiden.
Πρόκειται αναμφίβολα για δικαίωμα αυτών των χωρών, όπως και οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- προνομία
- δασμολογική προτίμηση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " etuoikeus " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate