Μετάφραση του "eunukki" σε Ελληνικά

Οι ευνούχος, ευνούχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eunukki" σε Ελληνικά.

eunukki noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευνούχος

    noun masculine

    1|mies, joka on kastroitu poistamalla kivekset

    Tuo espanjalainen voisi olla eunukki, niin vähään hän pystyy.

    Θα μπορούσε να'ναι και ευνούχος μΆυτά που παρουσιάζει στο ρινγκ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eunukki " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Eunukki
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευνούχος

    noun

    άνδρας του οποίου έχουν αφαιρεθεί οι όρχεις

    Eunukkia painaa se, ettei hän saa koskaan lapsia, jotka säilyttäisivät hänen nimensä.

    Ο ευνούχος ανησυχεί για το ότι ποτέ δεν θα αποκτήσει παιδιά ώστε να διατηρηθεί το όνομά του.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eunukki" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη