Μετάφραση του "fellaatio" σε Ελληνικά

Οι πεοθηλασμός, πεολειξία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fellaatio" σε Ελληνικά.

fellaatio noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πεοθηλασμός

    noun masculine
  • πεολειξία

    noun feminine

    Elleivät he laula valkoisista naisista fellaation suorittajina.

    Εκτός αν οι λευκές γυναίκες στις οποίες αναφέρονται στην πραγματικότητα τους προσφέρουν την πεολειξία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fellaatio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fellaatio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη