Μετάφραση του "geisha" σε Ελληνικά

Οι γκέισα, Γκέισα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "geisha" σε Ελληνικά.

geisha noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γκέισα

    noun feminine

    Olin kaukana siitä geishasta, joka olin kerran ollut.

    Αλλά απείχα πολύ από την γκέισα που κάποτε υπήρξα.

  • Γκέισα

    Olin kaukana siitä geishasta, joka olin kerran ollut.

    Αλλά απείχα πολύ από την γκέισα που κάποτε υπήρξα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " geisha " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "geisha" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη