Μετάφραση του "getto" σε Ελληνικά

Το γκέτο είναι η μετάφραση του "getto" σε Ελληνικά.

getto noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γκέτο

    noun neuter

    Jos jutussa esiintyy juutalainen, joka ei ole getosta, hyvä niin.

    Κι αν τύχει να δείξει κάποιον Εβραίο που δεν κατοικεί στο γκέτο ακόμα καλύτερα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " getto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "getto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη