Μετάφραση του "gigolo" σε Ελληνικά

Το ζιγκολό είναι η μετάφραση του "gigolo" σε Ελληνικά.

gigolo Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζιγκολό

    noun masculine

    Tiedän sinulla olevan tunteita pinnassa, - koska hän palkkasi gigolon ja melkein sai sinut.

    Ξέρω πως έχεις όλα αυτά τα συναισθήματα γιατί προσέλαβε ζιγκολό και παραλίγο να σε πιάσει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gigolo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gigolo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη