Μετάφραση του "halu" σε Ελληνικά

Οι επιθυμία, πόθος, βούληση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "halu" σε Ελληνικά.

halu noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιθυμία

    noun feminine

    arzu

    Mayr varmastikin halusi pitää omana tietonaan halunsa tulla äidiksi.

    H S. Mayr επιθυμούσε προφανώς να κρατήσει μυστική την επιθυμία της να αποκτήσει τέκνο.

  • πόθος

    noun masculine

    Ehkä nyt tiedät, että halu alistaa meidät heikkoudelle.

    Tώρα ξέρεις ότι ο πόθος μας κάνει αδύναμους.

  • βούληση

    noun feminine

    Päästöjä on edelleenkin vähennettävä ja on annettava yksiselitteisiä viestejä halusta jatkaa tällä tiellä.

    Είναι απαραίτητο να συνεχισθεί η μείωση των εκπομπών, και να εκφρασθεί αταλάντευτη βούληση για τη συνέχιση της εν λόγω πολιτικής.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λαχτάρα
    • όρεξη
    • δίψα
    • θέληση
    • προθυμία
    • κέφι
    • ευχή
    • θέλημα
    • παρόρμηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " halu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "halu" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • λιγουρεύομαι · λιμπίζομαι
  • προθυμία
  • έχω · αντιλαμβάνομαι · βούλομαι · γουστάρω · επιθυμώ · εποφθαλμιώ · εύχομαι · θέλω · θα ήθελα · λαχταράω · λαχταρώ · λιμπίζομαι · νιώθω · νοιώθω · ποθώ · συναισθάνομαι
  • λαχταρώ
  • λαχταράω · λαχταρώ · ποθώ
  • κατέχω
  • πεθαίνω · υποφέρω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "halu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη