Μετάφραση του "heikko" σε Ελληνικά

Οι αδύνατος, αδύναμος, ασθενής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "heikko" σε Ελληνικά.

heikko adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδύνατος

    adjective

    Et tiedä, millaista on, kun on heikko ja vihattu.

    Ξέρεις τι είναι να είσαι μισητός και αδύνατος;

  • αδύναμος

    adjective masculine

    Vaikka olenkin heikko, et saa minulta sitä, mitä etsit.

    Όσο αδύναμος κι αν είμαι, και πάλι δε θα πάρετε από μένα αυτό που ψάχνετε.

  • ασθενής

    noun masculine

    Se, että Schneiderin tosiasiallinen asema on toisinaan melko heikko joillakin kansallisilla markkinoilla, ei siis kuvasta välttämättä sen kilpailupotentiaalia.

    Η σημερινή ασθενής θέση της Schneider σε ορισμένες εθνικές αγορές δεν αντανακλά, συνεπώς, όλο το ανταγωνιστικό δυναμικό της.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αστήρικτος
    • αστείος
    • κουτσός
    • σαθρός
    • χωλός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " heikko " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "heikko" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "heikko" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη