Μετάφραση του "himo" σε Ελληνικά
Οι λαγνεία, λαχτάρα, πόθος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "himo" σε Ελληνικά.
himo
noun
γραμματική
-
λαγνεία
noun feminineJa niiden pyörteessä liikkuvat kauhun ja himon mielikuvat.
Και στο στρόβιλό του γεννάει εικόνες τρόμου και λαγνείας.
-
λαχτάρα
noun feminineOnnettomuuden jälkeen minulla on ollut omituinen elämän himo.
Από τη στιγμή του ατυχήματος, είχα αυτή την παράξενη λαχτάρα για ζωή.
-
πόθος
noun masculineTulikivi on paljon muutakin kuin Yksisarvisen himon kohde.
Κάτι περισσότερο από το αντικείμενο πόθου του Μονόκερου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εξάρτηση
- πείνα
- όρεξη
- δίψα
- φιλαργυρία
- ηδυπάθεια
- λαίμαργος
- φιληδονία
- φυσική έλξη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " himo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη