Μετάφραση του "himo" σε Ελληνικά

Οι λαγνεία, λαχτάρα, πόθος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "himo" σε Ελληνικά.

himo noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λαγνεία

    noun feminine

    Ja niiden pyörteessä liikkuvat kauhun ja himon mielikuvat.

    Και στο στρόβιλό του γεννάει εικόνες τρόμου και λαγνείας.

  • λαχτάρα

    noun feminine

    Onnettomuuden jälkeen minulla on ollut omituinen elämän himo.

    Από τη στιγμή του ατυχήματος, είχα αυτή την παράξενη λαχτάρα για ζωή.

  • πόθος

    noun masculine

    Tulikivi on paljon muutakin kuin Yksisarvisen himon kohde.

    Κάτι περισσότερο από το αντικείμενο πόθου του Μονόκερου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξάρτηση
    • πείνα
    • όρεξη
    • δίψα
    • φιλαργυρία
    • ηδυπάθεια
    • λαίμαργος
    • φιληδονία
    • φυσική έλξη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " himo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "himo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επιθυμώ · εποφθαλμιώ · λαχταρώ · λιγουρεύομαι · λιμπίζομαι · ποθώ
  • λαχταράω · λαχταρώ · ποθώ
  • επιθυμώ · εποφθαλμιώ · λαχταρώ · λιγουρεύομαι · λιμπίζομαι · ποθώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "himo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη