Μετάφραση του "huolimaton" σε Ελληνικά

Οι αμελής, απρόσεκτος, αμέριμνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "huolimaton" σε Ελληνικά.

huolimaton adjective verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμελής

    adjective m;f

    Kerran nuoruudessani olin huolimaton tavalla, joka aiheutti vähäisen vamman yhdelle veljistäni.

    Όταν ήμουν νέος, ήμουν αμελής κατά έναν τρόπο που προκάλεσε ένα μικρό τραύμα σε έναν από τους αδελφούς μου.

  • απρόσεκτος

    adjective masculine

    Joku oli huolimaton tai hän ei ole jäänyt aiemmin kiinni.

    Κάποιος πολύ απρόσεκτος ή κάποιος που ήξερε ότι δεν θα τον βρουν.

  • αμέριμνος

    adjective
  • απερίσκεπτος

    adjective masculine

    Kuka on sitä mieltä, että lordi Nelson oli pikkaisen huolimaton...

    Ποιος από εδώ μέσα πιστεύει ότι ο Λόρδος Νέλσον ήταν λίγο απερίσκεπτος στην Μάχη...

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " huolimaton " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "huolimaton" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη