Μετάφραση του "huolto" σε Ελληνικά

Οι διατήρηση, εφοδιασμός, επιδιόρθωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "huolto" σε Ελληνικά.

huolto noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διατήρηση

    Turvallisuuden korkean tason ylläpitäminen edellyttää tunnelien turvallisuusvarusteiden asianmukaista huoltoa.

    Η διατήρηση υψηλού επιπέδου ασφάλειας απαιτεί ορθή συντήρηση των εγκαταστάσεων ασφάλειας μέσα στις σήραγγες.

  • εφοδιασμός

    noun
  • επιδιόρθωση

    noun feminine

    kyseisten välineiden ja laitteiden huoltoa, tarkastusta, säätöä tai korjausta varten erityisesti suunnitellut työkalut

    εργαλεία ειδικά κατασκευασμένα για τη συντήρηση, τον έλεγχο, τη βαθμονόμηση ή την επιδιόρθωση των εν λόγω υλικών

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επιμελητεία
    • εργασία αποκατάστασης
    • καρίκωμα
    • ρύθμιση
    • τροφοδοσία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " huolto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "huolto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη