Μετάφραση του "innokas" σε Ελληνικά

Οι ανυπόμονος, πρόθυμος, φανατικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "innokas" σε Ελληνικά.

innokas adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανυπόμονος

    adjective masculine

    Tunnut olevan innokas tekemään mukavia vanhan pierun kanssa, joka pitää perhesiteistä kiinni.

    Και φαίνεσαι αλήθεια, ανυπόμονος να συμφιλιωθείς με εκείνο τον παλιό δεσμό που κρατάει τα ηνία της οικογενείας.

  • πρόθυμος

    adjective

    Hän oli kovin innokas todistamaan sinua vastaan saatuaan sopimuksen.

    Φαινόταν εντυπωσιακά πρόθυμος να καταθέσει εναντίον σου, με αντάλλαγμα μια συμφωνία.

  • φανατικός

    adjective masculine

    Isä oli ollut uskollinen aviomies, harras myöhempien aikojen pyhä, innokas partiojohtaja ja ihana isä.

    Ο μπαμπάς ήταν πιστός σύζυγος, αφοσιωμένος Άγιος των Τελευταίων Ημερών, φανατικός πρόσκοπος και υπέροχος πατέρας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φλογερός
    • δριμύς
    • σφοδρός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " innokas " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "innokas" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη