Μετάφραση του "insisio" σε Ελληνικά

Οι τομή, εντομή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "insisio" σε Ελληνικά.

insisio
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τομή

    noun feminine

    — potilaalta eristetään viljelyllä mikrobeja tulehtuneesta rintakudoksesta tai -nesteestä, joka on otettu insisiolla tai erite- tai neula-aspiraatiolla

    — ο ασθενής παρουσιάζει θετική καλλιέργεια μαστικού ιστού ή υγρού που λαμβάνεται με τομή και παροχέτευση ή με αναρρόφηση με βελόνα,

  • εντομή

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " insisio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "insisio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη