Μετάφραση του "intoilija" σε Ελληνικά

Οι αντάρτης, εθισμένος, επαναστάτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intoilija" σε Ελληνικά.

intoilija noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντάρτης

    noun masculine
  • εθισμένος

    noun masculine
  • επαναστάτης

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ζηλωτής
    • θιασώτης
    • μονομανής
    • σχολαστικός
    • ψείρας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intoilija " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intoilija" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη