Μετάφραση του "irrottaa" σε Ελληνικά
Οι διαχωρίζω, κόβω, λύνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "irrottaa" σε Ελληνικά.
irrottaa
verb
γραμματική
-
διαχωρίζω
verbTämän jälkeen varmistetaan, että kudos on levinnyt objektilaseille ohuesti, ja objektilasit irrotetaan toisistaan varovasti.
Αφού επιβεβαιωθεί ο σχηματισμός λεπτού ομοιόμορφου στρώματος του ιστού, διαχωρίζονται τα δύο πλακίδια.
-
κόβω
verb -
λύνω
verbKatsotaan irrottaako tämä kobra sen.
Για να δούμε αν αυτή η κόμπρα μπορεί να λύσει το πρόβλημα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ξεκολλώ
- ανοίγω
- απαλλάσσομαι
- απαλλάσσω
- απελευθερώνω
- αποδεσμεύω
- αποκολλώ
- απομακρύνω
- αποσπώ
- αποσυνδέομαι
- αποσυνδέω
- αφήνω
- αφαιρώ
- διαχωρίζομαι
- ελευθερώνω
- λυτρώνω
- ξαγκιστρώνω
- ξεβιδώνω
- ξεγραπώνω
- ξεδένω
- ξεκουμπώνω
- ξελασκάρω
- ξεμπλοκάρω
- παραδίνω
- χαλαρώνω
- χωρίζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " irrottaa " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη