Μετάφραση του "irti" σε Ελληνικά

Οι κόβω, τέμνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "irti" σε Ελληνικά.

irti adverb
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόβω

    verb

    He leikkasivat hänen jalkansa irti ja heittivät hänet pusikkoon.

    Του έκοψαν τα πόδια και τα πέταξαν στους θάμνους.

  • τέμνω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " irti " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "irti" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "irti" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη