Μετάφραση του "irti" σε Ελληνικά
Οι κόβω, τέμνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "irti" σε Ελληνικά.
irti
adverb
-
κόβω
verbHe leikkasivat hänen jalkansa irti ja heittivät hänet pusikkoon.
Του έκοψαν τα πόδια και τα πέταξαν στους θάμνους.
-
τέμνω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " irti " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "irti" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απολύω
-
αποσύρομαι · εγκαταλείπω
-
αποκόπτω
-
δαγκώνω
-
αποσυνδέω · κλείνω
-
απαρνιέμαι · αρνιέμαι · αρνούμαι
-
δαγκώνω
-
κινητή περιουσία · περιουσία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη