Μετάφραση του "iso" σε Ελληνικά

Οι μεγάλος, σπουδαίος, μεγάλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "iso" σε Ελληνικά.

iso adjective noun γραμματική

(abstrakteista asioista) tavallista laajemman kokoinen [..]

+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεγάλος

    adjective

    Saat olla iso ja vahva, ja kukaan ei määräile sinua.

    Θα γίνεις μεγάλος και δυνατός και κανείς δεν θα σου λέει τι να κάνεις πια.

  • σπουδαίος

    adjective

    Hänen isänsä on joku iso kiho siellä, - natsijoukon huipulla.

    Ναι, ο μπαμπάς του είναι κάποιος σπουδαίος εκεί πέρα, στην κορυφή της ναζιστικής πυραμίδας, ή κοντά στην κορυφή.

  • μεγάλη

    adjective feminine

    En halua asua isossa kaupungissa.

    Δεν θέλω να ζήσω σε μεγάλη πόλη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μεγάλο
    • κεφαλαίος
    • ενήλικος
    • φουρνιά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " iso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

ISO
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διεθνής Οργανισμός Τυποποίησης

    Kansainvälinen standardointijärjestö (ISO) työskenteli lähes kymmenen vuotta tällaisten standardien määrittämiseksi, mutta ilman menestystä.

    Ο Διεθνής Οργανισμός Τυποποίησης εργάστηκε επί δέκα σχεδόν έτη για να προσδιορίσει τέτοιου είδους προδιαγραφές χωρίς επιτυχία.

Φράσεις παρόμοιες με "iso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "iso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη