Μετάφραση του "joukko" σε Ελληνικά

Οι ομάδα, σύνολο, πλήθος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "joukko" σε Ελληνικά.

joukko noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ομάδα

    noun feminine

    Osallistunut julkisten varojen kavaltamiseen sekä puolisotilaallisten joukkojen rahoittamiseen ja aseistamiseen.

    Ενέχεται στην υπεξαίρεση δημόσιου χρήματος και στη χρηματοδότηση και τον εξοπλισμό παραστρατιωτικών ομάδων.

  • σύνολο

    noun neuter

    On siis olemassa joukko ehdotuksia, joiden tavoitteena on vähentää työnteon verotusta ja vahvistaa yleissuuntausta.

    Υπάρχει, λοιπόν, σύνολο προτάσεων που αποβλέπουν στη μείωση της φορολογίας της εργασίας και στην ενίσχυση της γενικής τάσης.

  • πλήθος

    noun neuter

    Täällä ei ole soihtuja, hankoja ja vihaisia joukkoja.

    Ένα μέρος χωρίς δικράνια, όπλα και οργισμένο πλήθος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συμμορία
    • δύναμη
    • μάτσο
    • παρέα
    • σειρά
    • τσούρμο
    • εσμός
    • ορδή
    • προσωπικό
    • στοίβα
    • συντροφιά
    • σώμα
    • όμιλος
    • όχλος
    • Σύνολο
    • εύρος
    • κόσμος
    • περιοχή
    • στρατιωτική δύναμη
    • συνεργείο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " joukko " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "joukko" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "joukko" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη