Μετάφραση του "jousto" σε Ελληνικά

Το ελαστικότητα είναι η μετάφραση του "jousto" σε Ελληνικά.

jousto noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελαστικότητα

    noun feminine

    Kulma β ei ole riippuvainen jousitusten jouston aiheuttamasta kallistuksesta.

    Η γωνία β είναι ανεξάρτητη από την αιώρηση που οφείλεται στην ελαστικότητα των αναρτήσεων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " jousto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "jousto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη