Μετάφραση του "kamikaze" σε Ελληνικά

Οι καμικάζι, Καμικάζι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kamikaze" σε Ελληνικά.

kamikaze
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • καμικάζι

    noun masculine

    Sitäpaitsi, parin kamikazen jälkeen, et enää edes välitä.

    Εκτός αυτού, μετά από ένα με δύο καμικάζι, δεν θα σε νοιάζει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kamikaze " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Kamikaze
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Καμικάζι

    itsemurhalento

    Kamikazet suorittavat pyhää seremoniaansa.

    Το Καμικάζι είναι ιερή τελετή.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kamikaze" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη