Μετάφραση του "karisma" σε Ελληνικά

Οι χάρισμα, έλξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "karisma" σε Ελληνικά.

karisma noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • χάρισμα

    noun neuter

    δώρο [..]

    Hän voi karismallaan yhdistää paitsi oman maansa, myös koko arabimaailman.

    Έχει το χάρισμα να ενώσει, όχι μόνο τη χώρα του, αλλά και όλο τον Αραβικό κόσμο.

  • έλξη

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " karisma " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "karisma" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη