Μετάφραση του "karju" σε Ελληνικά

Οι κάπρος, χοίρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "karju" σε Ελληνικά.

karju noun verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάπρος

    noun masculine

    Täysikasvuiset karjut kasvatetaan tavallisesti yksittäin henkilökunnan turvallisuuden lisäämiseksi ja hoidon helpottamiseksi.

    Οι ώριμοι κάπροι στεγάζονται συνήθως ατομικά για λόγους ασφάλειας του προσωπικού και για λόγους διαχειριστικούς.

  • χοίρος

    noun masculine

    Kuinka pikkupossut röhkivätkään kun kuulevat, miten vanha karju kärsi.

    Πώς γρυλλίζουν τα μικρά γουρουνάκια όταν ακούν πόσο υπέφερε ο γέρικος χοίρος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " karju " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "karju" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βρυχώμαι · γαβγίζω · θορυβώ · κραυγάζω · μιλώ δυνατά και άγρια · μουγκρίζω · μυκώμαι · σκούζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "karju" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη