Μετάφραση του "karttuminen" σε Ελληνικά

Το συσσώρευση είναι η μετάφραση του "karttuminen" σε Ελληνικά.

karttuminen Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • συσσώρευση

    noun feminine

    (c) jossa tarjotaan pääoman karttuminen eläkkeelle siirtymiseen asti ja vain rajoitetut mahdollisuudet varhaisiin nostoihin ennen eläkkeelle siirtymistä;

    γ) προβλέπει συσσώρευση κεφαλαίου έως τη συνταξιοδότηση με περιορισμένες μόνο δυνατότητες για πρόωρη απόσυρση πριν από τη συνταξιοδότηση·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " karttuminen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "karttuminen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη