Μετάφραση του "katko" σε Ελληνικά

Οι διακοπή, παύση, σταμάτημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "katko" σε Ελληνικά.

katko noun verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διακοπή

    noun feminine

    Tuella on tarkoitus kattaa lomituspalveluista aiheutuvat tosiasialliset kustannukset, kun viljelijä lähtee lomalle.

    Ως εκ τούτου, προτείνεται ενίσχυση στους κτηνοτρόφους για να καλύψουν το πραγματικό κόστος της αντικατάστασης του γεωργού για λόγους διακοπών.

  • παύση

    noun feminine

    Tämä kattaa myös viherkasvustolla katetun viljelykäytöstä poistetun maan.

    Αυτό αφορά επίσης τις εκτάσεις υπό προσωρινή παύση της καλλιέργειας με χορτοκάλυψη.

  • σταμάτημα

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακινησία
    • κώνειο
    • στασιμότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " katko " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "katko" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μαλακίες · πούτσες
  • Κατίνα Παξινού
  • εκτείνομαι · επικαλύπτω · καλύπτω · πλακοστρώνω · σκεπάζω · στρώνω · στρώνω με πλακάκια · συμπεριλαμβάνω
  • γάτος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "katko" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη