Μετάφραση του "keksi" σε Ελληνικά

Οι μπισκότο, βούτημα, μπισκοτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "keksi" σε Ελληνικά.

keksi noun verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπισκότο

    noun neuter masculine

    Söin hänen luonaan keksin, ja se sai minut oksentamaan.

    Τις προάλλες έφαγα ένα μπισκότο σε αυτό το σπίτι και το έκανα εμετό.

  • βούτημα

    noun neuter
  • μπισκοτο

    Söin viime viikolla vahingossa keksin.

    Την προηγουμενη εβδομαδα κατα λαθος εφαγα ενα μπισκοτο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " keksi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "keksi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανακαλύπτω · επανορθώνω · επινοώ · εφευρίσκω · κάνω · κατασκευάζω · μηχανεύομαι · πλάθω · σκαρφίζομαι · σκαρώνω · σοφίζομαι
  • ανακαλύπτω · επανορθώνω · επινοώ · εφευρίσκω · κάνω · κατασκευάζω · μηχανεύομαι · πλάθω · σκαρφίζομαι · σκαρώνω · σοφίζομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "keksi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη