Μετάφραση του "kiihko" σε Ελληνικά
Οι πάθος, φρενίτιδα, ζήλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kiihko" σε Ελληνικά.
kiihko
noun
γραμματική
-
πάθος
noun neuterViime viikkoihin on mahtunut niin paljon tunteita ja kiihkoa.
Οι τελευταίες βδομάδες ήταν γεμάτες συναισθήματα και πάθος.
-
φρενίτιδα
noun feminineVaan sinä lietsot heitä hermostuneeseen, tarpeettomaan kiihkoon.
Νομίζω ότι εσύ τους μαστίζεις σε μια νευρική, περιττή φρενίτιδα.
-
ζήλος
noun masculineIsänmaallinen kiihko oli muuttunut joksikin toiseksi, - joksikin, mikä tekee hänestä vaarallisen.
Αυτός ο πατριωτικός ζήλος είχε αλλάξει σε κάτι άλλο... κάτι που τον έκανε επικίνδυνο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- θέρμη
- θυμός
- οργή
- ορμή
- φανατισμός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kiihko " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη