Μετάφραση του "kiilto" σε Ελληνικά
Οι στιλπνότητα, γυάλισμα, διαφανές χρώμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kiilto" σε Ελληνικά.
kiilto
noun
γραμματική
-
στιλπνότητα
femininejotka antavat yksi- tai monikerrosmaaleina kiiltoa ja kestävyyttä.
επιχρίσματα με χρώση τα οποία εφαρμόζονται σε μία ή πολλές στρώσεις για να προσδώσουν στιλπνότητα και αντοχή.
-
γυάλισμα
nounSadan dollarin kiilto kolmen dollarin kengissä.
Ετσι είμαι εγώ, γυάλισμα 100 δολαρίων για μπότες τριών.
-
διαφανές χρώμα
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εφυάλωση
- λάμψη
- υαλόπαγος
- γυαλάδα
- λαμπρότητα
- λούστρο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kiilto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη