Μετάφραση του "kiinnitetty" σε Ελληνικά

Οι στερεός, στερεωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kiinnitetty" σε Ελληνικά.

kiinnitetty
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • στερεός

    adjective masculine

    Testauslaitteiston on oltava kiinnitetty siten, ettei iskun aikana tapahdu liikettä.

    Η διάταξη δοκιμής πρέπει να στερώνεται στερεά ούτως ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε μετακίνηση κατά την κρούση.

  • στερεωμένος

    Kannan on oltava vahva ja tiukasti kupuun kiinnitetty.

    Ο κάλυκας πρέπει να είναι στέρεος και σταθερά στερεωμένος επί της λυχνίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kiinnitetty " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "kiinnitetty" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kiinnitetty" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη