Μετάφραση του "kk" σε Ελληνικά

Οι μήνας, μήνες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kk" σε Ελληνικά.

kk abbreviation
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μήνας

    noun masculine
  • μήνες

    noun

    Hänen tilansa on huonontunut sitten viime tomografian 3 kk sitten.

    Η κατάσταση έχει χειροτερέψει δραματικά σε σχέση με την αξονική πριν από τρεις μήνες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "kk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη