Μετάφραση του "koko" σε Ελληνικά

Οι πλήρης, διάσταση, νούμερο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "koko" σε Ελληνικά.

koko adjective noun γραμματική

Kaikki mukaanlukien.

+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλήρης

    adjective masculine

    Kaikki mukaanlukien.

    Tähän ryhmään kuuluvat myös kurkut, jotka ovat kokonaan maitohappokäyneet.

    Το παρόν κεφάλαιο καλύπτει επίσης αγγούρια και αγγουράκια που έχουν υποστεί πλήρη γαλακτική ζύμωση.

  • διάσταση

    noun feminine

    Unionin jäsenvaltioiden toiminta keskustelun ulottamiseksi koskemaan koko maailmaa on siksi tärkeä.

    Γι' αυτό και είναι σημαντική η δράση των κρατών μελών με στόχο να αποκτήσει η συζήτηση παγκόσμια διάσταση.

  • νούμερο

    noun neuter

    Olet kultainen, mutta en enää mahdu näin pieneen kokoon.

    Είσαι πολύ γλυκιά, μα δε φοράω πλέον το μικρότερο νούμερο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • όλη
    • όλο
    • όλος
    • ακέραιος
    • διαστάσεις
    • μέγεθος
    • ολόκληρος
    • συνολικός
    • σύνολο
    • χώρος
    • όγκος
    • ύψος
    • άθροισμα
    • έκταση
    • έκταση οπτικής γωνίας
    • ολάκερος
    • σώος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " koko " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "koko" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "koko" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη