Μετάφραση του "korjaava" σε Ελληνικά
Το διορθωτικός είναι η μετάφραση του "korjaava" σε Ελληνικά.
korjaava
verb
-
διορθωτικός
adjectiveHyväksytty toimenpide on välittömästi peruutettava tai sitä on muutettava, kun talouden toimija on osoittanut ryhtyneensä tehokkaisiin korjaaviin toimenpiteisiin.
Οποιοδήποτε ληφθέν μέτρο αποσύρεται ή τροποποιείται αμέσως μόλις ο οικονομικός φορέας αποδείξει ότι έχει λάβει αποτελεσματικά διορθωτικά μέτρα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " korjaava " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "korjaava" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διορθωτικός προϋπολογισμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη