Μετάφραση του "korkea" σε Ελληνικά

Οι ψηλός, υψηλός, μεγάλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "korkea" σε Ελληνικά.

korkea adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ψηλός

    adjective masculine

    Raamatun aikoina kangaspuut olivat joko lattialle asetettavia vaakakehikkoja tai korkeita pystykehikkoja.

    Ο αργαλειός των Βιβλικών χρόνων ήταν είτε οριζόντιος, οπότε τοποθετούνταν στο πάτωμα, είτε ψηλός και κατακόρυφος.

  • υψηλός

    adjective

    Kuten tehtyjen muutosten korkea lukumäärä kuitenkin osoittaa, asiassa oli vielä paljon epävarmuustekijöitä.

    Ωστόσο, όπως δείχνει και ο υψηλός αριθμός των τροπολογιών που κατατέθηκαν, απέμενε ακόμη να αρθούν πολλές αβεβαιότητες.

  • μεγάλος

    adjective

    Käyttäjille on tarjottava korkea oikeusvarmuus, ja maailmanlaajuisen valikoiman saatavuus on säilytettävä.

    Πρέπει να παρασχεθεί στους χρήστες μεγάλος βαθμός νομικής ασφάλειας και να διατηρηθεί η διαθεσιμότητα του παγκόσμιου ρεπερτορίου.

  • ύψος

    noun neuter

    Kuinka korkea tämä vuori on?

    Τι ύψος έχει αυτό το βουνό;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " korkea " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "korkea" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διαπρεπής · εξέχων · επιφανής · υψηλόβαθμος
  • βούλωμα · κάλυμμα · κάψουλα · καπάκι · καψούλι · πώμα · τάπα · φελλός
  • μπεγκούμ
  • ανώτατος · υπέρτατος · ύπατος
  • απώγειο · μεσουράνημα
  • Φελλός
  • υψηλό όρος · όρος μεγάλου ύψους
  • συρταροθήκη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "korkea" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη