Μετάφραση του "korporaatio" σε Ελληνικά

Το επιχείρηση είναι η μετάφραση του "korporaatio" σε Ελληνικά.

korporaatio noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιχείρηση

    noun

    εταιρεία ή ομάδα ανθρώπων που επιτρέπεται να ενεργούν ως μία ενιαία οντότητα και αναγνωρίζεται ως τέτοια από νομική άποψη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " korporaatio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "korporaatio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη