Μετάφραση του "kortti" σε Ελληνικά

Οι χαρτί, κάρτα, άδεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kortti" σε Ελληνικά.

kortti noun γραμματική

Littana, tavallisesti suorakaiteenmuotoinen, jäykkä pala paperia, muovia, jne.

+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαρτί

    noun neuter

    Jos ajattelen kovasti jotain korttia onnistun kyllä saamaan sen esiin.

    Οτι αν σκεφτόμουν αρκετά ένα χαρτί θα μπορούσα να δω τι είναι.

  • κάρτα

    noun feminine

    Poliisi selvitti muutaman muunkin paikan, jossa korttia käytettiin.

    Η αστυνομία βρήκε και άλλα μέρη που έδωσε την κάρτα.

  • άδεια

    noun feminine

    Muutaman viikon päästä sain korttini ja ajelin liivit päällä päivät pitkät.

    Πήρε μερικές βδομάδες, αλλά πριν το καταλάβω είχα άδεια και καβαλούσα φορώντας τα διακριτικά μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κάρτα SIM
    • πράσινη κάρτα
    • άτλαντας
    • χάρτης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kortti " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "kortti" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kortti" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη