Μετάφραση του "koski" σε Ελληνικά

Οι καταρράκτης, ρεύμα, καταρράχτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "koski" σε Ελληνικά.

koski noun verb γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • καταρράκτης

    noun masculine
  • ρεύμα

    noun neuter

    Sormisääntö, joka koskee virtajohtimen ympärille syntyvän magneettikentän suuntaa.

    Εμπειρικός κανόνας του δεξιού χεριού για τον προσδιορισμό του μαγνητικού πεδίου γύρω από αγωγό που διαρρέεται από ρεύμα.

  • καταρράχτης

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " koski " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Koski proper γραμματική
+ Προσθήκη

"Koski" στο λεξικό Φινλανδικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Koski στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "koski"

Φράσεις παρόμοιες με "koski" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ουδέποτε · ποτέ
  • άγγιγμα · άπτομαι · άπτομαι του · αγγίζω · ασχολούμαι · αφορώ · αφορώ σε · εγγίζω · επηρεάζω · θίγω · ισχύω · πάσχω · πλήττω · πονάω · πονώ · σχετίζομαι με · υποφέρω
  • οποτεδήποτε · όποτε
  • ανήκω · πρέπω · ταιριάζω
  • περί
  • καμιά φορά · ποτέ · πότε
  • πάντα ανολοκλήρωτο
  • αφού · γιατί · διότι · επειδή · καθότι · μια και · πότε · τη στιγμή που · όταν
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "koski" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη