Μετάφραση του "kumi" σε Ελληνικά

Οι προφυλακτικό, καουτσούκ, γόμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kumi" σε Ελληνικά.

kumi noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • προφυλακτικό

    noun neuter

    Äpärällä on jo kumi päällä.

    Ο ηλίθιος φορούσε προφυλακτικό.

  • καουτσούκ

    noun

    Koneet ja laitteet kumin tai muovin työstöä varten tai kumi- tai muovitavaroiden valmistusta varten, muualle luokittelemattomat

    Μηχανές και συσκευές για την κατεργασία ή την επεξεργασία του καουτσούκ ή των πλαστικών υλών ή για την κατασκευή προϊόντων από τα υλικά αυτά, π.δ.κ.α.

  • γόμα

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γομολάστιχα
    • ελαστικό
    • λάστιχα
    • λάστιχο
    • ελαστικό κόμμι
    • ελάστικό κόμμι
    • κόμμι
    • σβηστήρα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kumi " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "kumi"

Φράσεις παρόμοιες με "kumi" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kumi" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη