Μετάφραση του "kumpu" σε Ελληνικά

Οι λόφος, ύψωμα, εξόγκωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kumpu" σε Ελληνικά.

kumpu noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λόφος

    noun masculine

    Kun edessämme alkaa näkyä pieniä kumpuja, tiedämme olevamme melkein perillä.

    Μπροστά μας ξεπροβάλλουν μικροί λόφοι στην έρημη πεδιάδα, υποδεικνύοντας τον προορισμό μας.

  • ύψωμα

    noun neuter
  • εξόγκωμα

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λοφάκι
    • λοφίσκος
    • προεξοχή
    • στοίβα
    • σωρός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kumpu " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "kumpu"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kumpu" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη