Μετάφραση του "kuoppa" σε Ελληνικά

Οι τρύπα, λάκκος, λακκούβα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kuoppa" σε Ελληνικά.

kuoppa noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρύπα

    noun feminine

    Jos hän pääsee torniin, tähän posahtaa iso kuoppa.

    Αν φτάσει στην αντλία, θα γίνουμε τρύπα στην Αλάσκα.

  • λάκκος

    noun masculine

    Saimme kaivaessamme vähän kuraa päällemme, mutta kuoppa suureni.

    Έπεσαν λάσπες πάνω μας καθώς σκάβαμε, αλλά ο λάκκος γινόταν όλο και βαθύτερος.

  • λακκούβα

    noun feminine

    Minulla on pissattanut siitä lähtien, kun tullessa osuimme kuoppaan.

    Έχω να κατουρήσω από τότε που το τραμ έπεσε στην λακκούβα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • οπή
    • γούβα
    • κόγχη
    • τρίπα
    • βαθούλωμα
    • εκσκαφή
    • κοιλότητα εδάφους
    • σκάμμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kuoppa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "kuoppa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kuoppa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη