Μετάφραση του "kuormitus" σε Ελληνικά

Οι πίεση, δύναμη, επιβάρυνση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kuormitus" σε Ελληνικά.

kuormitus noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πίεση

    noun feminine

    Ongelmana on yleinen ekosysteemeihin ja luonnonvaroihin kohdistuva kuormitus.

    Το πρόβλημα είναι η συνολική πίεση στα οικοσυστήματα και στη βάση φυσικών πόρων.

  • δύναμη

    noun feminine

    Vaihtelevalla testivoimalla tuloksena oleva kuormitus on yhtä kuin nolla.

    Η δύναμη δοκιμής εφαρμόζεται κατ' αρχήν εναλλασσόμενα με μέση τιμή το μηδέν.

  • επιβάρυνση

    Komissio viittaa myös siihen, kuinka jatkuva ympäristön kuormitus voi vaikuttaa kielteisesti myös makrotalouteen.

    Εξάλλου, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η αυξανόμενη επιβάρυνση του περιβάλλοντος μπορεί να έχει και αρνητικές μακροοικονομικές επιπτώσεις.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ολικό φορτίο
    • τάση
    • υπερένταση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kuormitus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "kuormitus" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kuormitus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη