Μετάφραση του "kuri" σε Ελληνικά

Το πειθαρχία είναι η μετάφραση του "kuri" σε Ελληνικά.

kuri noun γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πειθαρχία

    noun feminine

    Haaveilu ei vie teitä Damaskokseen, mutta kuri vie.

    Δε θα πάτε εκεί με όνειρα, αλλά με πειθαρχία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kuri " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kuri" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη