Μετάφραση του "kuriton" σε Ελληνικά

Οι άτακτος, απείθαρχος, ιδιότροπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kuriton" σε Ελληνικά.

kuriton adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Φινλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • άτακτος

    noun masculine
  • απείθαρχος

    adjective

    Sellainen joka ei nuoruudessaan ollut niin ylimielinen tai kuriton.

    Που ήταν λιγότερο αλαζόνας και απείθαρχος στα νιάτα του.

  • ιδιότροπος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kuriton " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kuriton" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη