Μετάφραση του "lankeava" σε Ελληνικά
Οι προσπίπτουσα, προσπίπτων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lankeava" σε Ελληνικά.
lankeava
-
προσπίπτουσα
adjective feminineSe kuvaa tietyn pinta-alan läpi kulkevan tai tietystä pinta-alasta heijastuvan ja tietyn avaruuskulman sisällä lankeavan valon määrää.
Περιγράφει την ποσότητα του φωτός που διέρχεται μέσω μιας συγκεκριμένης επιφάνειας ή εκπέμπεται από αυτήν και προσπίπτει υπό δεδομένη στερεά γωνία.
-
προσπίπτων
adjective masculineSe kuvaa tietyn pinta-alan läpi kulkevan tai tietystä pinta-alasta heijastuvan ja tietyn avaruuskulman sisällä lankeavan valon määrää.
Περιγράφει την ποσότητα του φωτός που διέρχεται μέσω μιας συγκεκριμένης επιφάνειας ή εκπέμπεται από αυτήν και προσπίπτει υπό δεδομένη στερεά γωνία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lankeava " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη