Μετάφραση του "lannoite" σε Ελληνικά
Οι λίπασμα, κοπριά, φυσικό λίπασμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lannoite" σε Ελληνικά.
-
λίπασμα
noun neuterErlenmeyerpullo suljetaan tulpalla ja sitä ravistetaan, jotta lannoite suspendoituisi paakkuuntumatta.
Η φιάλη Erlenmeyer πωματίζεται ερμητικά και αναδεύεται για να διατηρηθεί σε αιώρηση το λίπασμα χωρίς σχηματισμό θρόμβων.
-
κοπριά
noun feminineAjattelin tunkea ahterinpuolikkaasi kanuunaan ja vähän lannoittaa.
Εγώ σκεφτόμουν να σε χώσω σ'ένα απ'τα κανόνια και να σε ρίξω για κοπριά.
-
φυσικό λίπασμα
Rén saarella on lisäksi erikoisuutena tuottajille tarjoutuva luontainen lannoite eli merilevä.
Η νήσος Ré παρουσιάζει επιπλέον την ιδιαιτερότητα να αποτελεί για τους παραγωγούς πηγή φυσικού λιπάσματος, του varech.
-
Λίπασμα
ravinneseos, jota lisätään viljelysmaahan isomman sadon ja viljelykasvien kasvun kiihdyttämiseksi
Erlenmeyerpullo suljetaan tulpalla ja sitä ravistetaan, jotta lannoite suspendoituisi paakkuuntumatta.
Η φιάλη Erlenmeyer πωματίζεται ερμητικά και αναδεύεται για να διατηρηθεί σε αιώρηση το λίπασμα χωρίς σχηματισμό θρόμβων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lannoite " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "lannoite" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χημικό λίπασμα
-
νόμος (νομοθεσία) περί λιπασμάτων
-
οργανικό λίπασμα
-
ανόργανο λίπασμα
-
κλαδεύω · κοπρίζω · κοπριά · λιπαίνω · φυσικό λίπασμα
-
φυσικό λίπασμα